Διαλογισμός (meditation) & mindfulness (ενσυνειδητότητα)

Ως όρος, ο διαλογισμός (meditation), χρησιμοποιείται για να περιγράψει πρακτικές σωματικής και νοητικής αυτορρύθμισης, με κοινό χαρακτηριστικό τη ρύθμιση της προσοχής (Cahn & Polish, 2006). Αναφέρεται, πιο συγκεκριμένα, σε μια οικογένεια πρακτικών αυτορρύθμισης, οι οποίες εστιάζουν στην εξάσκηση της προσοχής και της επίγνωσης, με σκοπό τον καλύτερο εθελούσιο έλεγχο των νοητικών διαδικασιών, για την προαγωγή, με τον τρόπο αυτό, της νοητικής ευεξίας και της ανάπτυξης συγκεκριμένων ιδιοτήτων, όπως η ηρεμία, η διαύγεια και η συγκέντρωση (Walsh & Shapiro, 2006).

Με τον όρο ενσυνειδητότητα (mindfulness) γίνεται αναφορά στη σκόπιμη συγκέντρωση στις παρούσες εμπειρίες, που διδάσκεται και επιτυγχάνεται μέσω μιας σειράς διαλογιστικών ασκήσεων (Hanh, 1976; Kabat-Zinn, 1990, 1994). Δύναται επίσης να περιγραφεί σαν μια στοχαστική κατάσταση παρατήρησης και αποδοχής του αναδυόμενου ρεύματος των αισθητηριακών ερεθισμάτων (Pareja, 2006). Η ενσυνειδητότητα έχει οριστεί ως μια διαδικασία απόλυτης συγκέντρωσης στην παρούσα εμπειρία την κάθε στιγμή (Marlatt & Kristeller, 1999), αλλά και ως ένας ιδιαίτερος τρόπος σκόπιμης συγκέντρωσης στο παρόν, απουσία κάθε επίκρισης ή αποδοκιμασίας (Kabat-Zinn, 1994).

«Ο άνθρωπος για να κατακτήσει αληθινά το διάστημα, πρέπει να ταξιδέψει όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, και να το κάνει με την ίδια εστίαση, σοβαρότητα, προσπάθεια, κουράγιο και αποφασιστικότητα που θα αφιέρωνε στην αναζήτηση ζωής στον Άρη ή στην ίδρυση μιας αποικίας στο φεγγάρι».

Tom Robbins

Η ενσυνειδητότητα φαίνεται να λειτουργεί με θετικό και πολυδιάστατο τρόπο σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο. Το θέμα της ενσυνειδητότητας -και κυρίως οι ευεργετικές επιδράσεις αυτής- φαίνεται να έχουν ένα διαρκώς εντεινόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον παγκοσμίως, σε βαθμό που πρότυπα σε παγκόσμιο επίπεδο πανεπιστήμια, όπως της Οξφόρδης ή του Χάρβαρντ, έχουν οδηγηθεί στη δημιουργία ξεχωριστών ακαδημαϊκών τμημάτων που εξειδικεύονται στη μελέτη της ενσυνειδητότητας. Διαφορετικοί τομείς της επιστήμης, αλλά και διαφορετικοί κλάδοι της Ψυχολογίας -θεωρητικά αντικρουόμενοι πολλές φορές- συγκλίνουν στην από κοινού αποδοχή του ενδιαφέροντος για τη μελέτη της ενσυνειδητότητας και των αναντίρρητων ωφελειών που επιφέρει η προαγωγή της.

Σύμφωνα με τα σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα, η ενσυνειδητότητα συνδέεται με μειωμένα επίπεδα άγχους, ενισχύοντας την επίγνωση, την ενσυναίσθηση και την αυτοκυριαρχία (Goldstein, 2002), ενώ, όταν συνδυάζεται με τη ρύθμιση της αναπνοής, οδηγεί στην καλύτερη αναγνώριση των αισθήσεων και των διαφόρων συναισθηματικών καταστάσεων (Baerer et al., 2004). Είναι γεγονός ότι στις Η.Π.Α. περισσότερα από 240 νοσοκομεία χρησιμοποιούν την εκπαίδευση στην ενσυνειδητότητα για τη μείωση του άγχους (Salmon, Santorelli, and Kabat-Zinn, 1998, Goldenberg et al., 1994), ενώ παράλληλα η εφαρμογή της στοχεύει στη μείωση των επιπέδων του πόνου και του άγχους, την εμπόδιση επανεμφάνισης της κατάθλιψης, αλλά και την αντιμετώπιση διαταραχών διατροφής (Kristeller & Hallett, 1999; Shapiro, Schwartz, & Bonner, 1998; Teasdale et al., 2000). Γενικότερα, η ενσυνειδητότητα σχετίζεται θετικά με μια σειρά «διαπροσωπικών βοηθημάτων» για υγιείς σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της θετικής συναισθηματικότητας, της αυτοεκτίμησης και της ικανοποίησης από τη ζωή, αλλά και αντίστροφα της αρνητικής συναισθηματικότητας, του άγχους, του θυμού-εχθροπάθειας, του νευρωτισμού, των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και της αντιδραστικότητας στο άγχος (Brown & Ryan, 2003).

Μεγάλος αριθμός ερευνών σε παιδιά υποστηρίζει ότι η εξάσκηση στην ενσυνειδητότητα επιφέρει μείωση του άγχους, της αντιδραστικότητας και των αρνητικών συμπεριφορών, αυξάνοντας συγχρόνως την ευεξία, το αυτοσυναίσθημα, την αυτορρύθμιση, την ηρεμία, τη χαλάρωση και την ποιότητα του ύπνου και όλα τα προαναφερθέντα με δηλώσεις των ίδιων παιδιών ότι χαίρονται και απολαμβάνουν την εφαρμογή των τεχνικών αυτών (Weare, 2012). Αύξηση της προσοχής και της συγκέντρωσης και βελτίωση των μεταγνωστικών δεξιοτήτων προκύπτουν από αρκετές έρευνες (Saltzman and Goldin, 2008; Semple et al., 2010), όπως και βελτίωση της «εκτελεστικής λειτουργίας», μιας ομπρέλας λειτουργιών που περιλαμβάνει την επίλυση προβλήματος, το σχεδιασμό, την ανάληψη πρωτοβουλιών, τον έλεγχο της συμπεριφοράς και την εκτέλεση διαφορετικών λειτουργιών (Flook et al., 2010).